Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006

Της ψυχής... οι βελόνες!

Πολλές πληγές…

Γάμος συνυφασμένος με απογοήτευση από τη κοινή ζωή, αν και μόλις στο πρώτο τους χρόνο γάμου, στα αζήτητα οι αναζητήσεις της ψυχής της, καμιά προσπάθεια για επικοινωνία, απλά συμβίωναν συμβατικά, μοναξιά και θλίψη μέσα σε ένα σπίτι με ανθρώπους, πως γίνεται θα μου πείτε? Και όμως γίνεται, αν δεν υπάρχει η φλόγα, η πορεία είναι ευθεία και επίπεδη και η Μυρσίνη ήταν άνθρωπος που ήθελε στη ζωή της ανηφόρες και κατηφόρες και στροφές! Και έβρισκε τα σκαμπανεβάσματα στις επαγγελματικές προκλήσεις!

Ήταν και η δουλειά της τόσο απαιτητική, τόσο πιεστική και όλα εκείνα τα φαντάσματα του παρελθόντος, όλα αυτά που δεν την άφηναν να ησυχάσει ούτε τις πιο κρύες νύχτες. Τελικά το πλήρωσε με την υγεία της. Διάφορα προβλήματα, όχι σπουδαία, και τσιγάρο ασταμάτητα, άρχισε να νιώθει δυσφορία, ένιωθε ότι είχε έρθει ο καιρός για να το σταματήσει, αλλά δεν έβρισκε τους λόγους που θα την κάνουν να σταματήσει το κάπνισμα.

Εναλλακτική λύση? Μιλώντας με μια συνάδελφο στο γραφείο της πρότεινε το βελονισμό, μάλιστα της συνέστησε και ένα γιατρό γνωστό της. Βελονισμός? ούτε να τ΄ ακούσει στην αρχή, αποκρουστική η ιδέα να χώνουν βελόνες στο κορμί της! Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με τις βελόνες, ακόμα θυμάται την αίσθηση του πόνου, το τσούξιμο στους γλουτούς της, αναγκαστικά, ξανά και ξανά αμέτρητες φορές να έρχονται οι νοσοκόμες, σε μια αρρώστια της που χρειάστηκε να νοσηλευτεί! Πόσο μάλλον να επιλέξει από μόνη της αυτή τη λύση!

Προσπάθησε μόνη, τίποτα, το τσιγάρο εκεί κι ούτε τα τσιρότα, ούτε οι καραμέλες και οι τσίχλες έκαναν δουλειά και μέσα σ όλ’ αυτά να χειροτερεύουν από το άγχος και τη πίεση και τα άλλα που έσερνε μέσα της, ο Γιάννης της είπε να προσπαθήσει, το συζήτησε και με φίλες, κάντο της είπαν, εντάξει δεν είναι και τίποτα το φοβερό, είχαν ακούσει πως δεν πονάει, δεν ήταν ο πόνος που την πείραζε, είχε πονέσει και χειρότερα, αλλού ήταν το πρόβλημά της…η αίσθηση της βελόνας στο κορμί ήταν που δεν ήθελε. Αλλά από την άλλη δεν είναι και ακριβώς βελόνα σκέφθηκε…

Τελικά πήρε τηλέφωνο, έκλεισε ραντεβού, το μεθεπόμενο απόγευμα ήταν εκεί, περιμένοντας για λίγο τη σειρά της, ήρθε η ώρα, καλοσυνάτη μορφή ο γιατρός, ωραίος άντρας αντικειμενικά, λεπτός, μέτριο ανάστημα, γύρω στα 40-45, μελαχρινός, ήρεμα μάτια πράσινα , λαδί ίσως, σε αντίθεση με την απόγνωση και το πανικό στα δικά της.

Η πρώτη επίσκεψη «αναγνωριστική» όπως γίνεται με όλες τις εναλλακτικές θεραπείες, σκιαγράφηση του ψυχοσωματικού της προφίλ, ρωτούσε ο γιατρός διάφορα έφθασε και στα της ψυχής, ερώτηση για την ποιότητα του γάμου, τώρα εκεί τι να πει, ένιωθε άσχημα. Να μιλήσει – στο γιατρό τα λέμε όλα της έλεγε η μητέρα της από παιδί – σε έναν άγνωστο για την σχέση της με το Γιάννη για το πόσο συχνά έχουν επαφή, αν νιώθει ευχαρίστηση, αν του είναι πιστή, της ερχόταν άσχημο, αφύσικο, θα ένιωθε γυμνή τη ψυχή της μπροστά στον ξένο άντρα, εκτεθειμένη, εκείνη ήθελε ο γιατρός να τη βοηθήσει το τσιγάρο να κόψει και όχι να μάθει για κείνη και το σύζυγο. Να κρύψει την αλήθεια, σφάλμα, ίσως εμπόδιζε την αποτελεσματικότητα της επέμβασης του γιατρού και τελικά πάλι να κατέληγε στο τίποτα, στην αποτυχία της προσπάθειας.
Διάλεξε το δεύτερο, παρουσίασε τη κατάσταση ιδανική, ούτε λόγος για το κενό στη ψυχή και στο μαξιλάρι κάθε βράδυ…ας μην έκοβε το τσιγάρο αλλά δεν θα εξέθετε το γάμο της σε αγνώστους.

Δεύτερο ραντεβού, πρώτο για τη θεραπεία, το στομάχι ένα χάλι, της εξήγησε ο γιατρός τη διαδικασία, δεν ήθελε να ξέρει, ας τελείωνε επιτέλους το μαρτύριο!

Ήρθε η ώρα που ξάπλωσε στο ιατρικό κρεβάτι, ήθελε να φύγει, να το βάλει στα πόδια, αλλά η περηφάνια και ο εγωισμός της δεν την άφηναν, θα την λύγιζαν καμιά δεκαριά βελόνες στο σώμα? Εκεί λοιπόν να κλείνει τα μάτια και να σφίγγεται καθώς άρχισε να νιώθει την πίεση από το χέρι του την ώρα που τις έμπηγε στο δέρμα της, προσπάθησε να μη σκέφτεται αλλά ήταν και εκείνα τα σημεία … στήθος, κι αλλού, να τον νιώθει να τις σπρώχνει στο δέρμα και μετά να τις σπρώχνει και λίγο παραμέσα, να τις στριφογυρνά κάθε τρεις και λίγο, και έπρεπε έτσι να κάτσει κάμποση ώρα ακίνητη. Και μετά το μούδιασμα που έφερναν, ήθελε να τις πετάξει και να φύγει και να καπνίσει και ένα τσιγαράκι βρε παιδί μου, να φύγει η ένταση. Αν είναι να νιώθει τόσο χάλια, τι τον ήθελε το βελονισμό? Άρχισε να νιώθει πολύ άβολα, ήταν και ακίνητη και μισόγυμνη πάνω στο κρεβάτι, ένιωθε να παγώνει λίγο λίγο, ήθελε να κινήσει λίγο τα μέλη του κορμιού της αλλά δεν μπορούσε. Υπομονή.

Επόμενο ραντεβού σε 2 μέρες. Πάλι πανικός στη νέα προοπτική, τώρα είχε και το κακό προηγούμενο της πρώτης φοράς.

Δεύτερη επίσκεψη, αργά το απόγευμα, της είχε δώσει το τελευταίο ραντεβού της μέρας, πάλι το ίδιο σκηνικό, η Μυρσίνη ανάσκελη στο κρεβάτι με τις βελόνες στο σώμα και τον ανατριχιαστικό ήχο που κάνει το μέταλλο όταν τρυπά το δέρμα ακόμη στα αυτιά, σε λίγο άρχισε πάλι να κρυώνει αλλά τώρα έγινε χειρότερο, σε λίγο γέλιο, ακατάπαυστο νευρικό γέλιο, τη πιάνουν ρίγη και στο τέλος τα κλάματα, να σπαράζει μ αναφιλητά! Βγήκαν οι βελόνες και πόση ώρα πέρασε δεν ήξερε, αλλά θα ήταν πολύ, όσο χρειαζόταν για να ξαναβρεί η αναπνοή της το κανονικό της ρυθμό.

Ντύθηκε, ώρα να φύγει, όρθιοι και οι δυο δίπλα στη πόρτα του ιατρείου, πως ήρθε το φιλί δεν το κατάλαβε, τη φίλησε ήρεμα και μετά διεκδικητικά, τα αγγίγματα του καμιά σχέση με τα «ιατρικά» του αγγίγματα, τώρα ήταν ένας άντρας που διεκδικούσε με πόθο. Κάποια στιγμή σταματά, τραβιέται μακριά της, δεν είναι σωστό της λέει, ποτέ δεν το έχω κάνει αυτό, να αγγίξω σαν άντρας μια ασθενή μου, σου ζητώ συγνώμη. Τα ‘χασε η Μυρσίνη, τον όρκο του Ιπποκράτη δεν τον είχε σκεφτεί, αλλά στο κάτω κάτω δεν έγινε κάτι παρά τη θέλησή της, τι πειράζει ένα φιλί, τον ένιωθε τόσο κοντά της, να έχει μπει με τη φωνή του μέσα της, να την έχει κατακτήσει με τη γαλήνη του, τον ήθελε, δεν θα έκανε πίσω. Του το είπε, δίστασε εκείνος, δεν ξέρω απαντά, δεν ξέρω λέει κι εκείνη πιο ήρεμη τώρα. Αλλά σε λίγο πάλι φιλί, πιο απαιτητικό, πιο απεγνωσμένο, τη ρίχνει κάτω στη μοκέτα εκεί μπροστά στη πόρτα του ιατρείου, της έβγαλε γρήγορα τα ρούχα, έμεινε κι εκείνος γυμνός, τη φίλαγε παντού, αλλά τι έκπληξη, πρώτο σοκ! Ενώ θα έβαζε στοίχημα για τα «προσόντα» του την ώρα που όρθιοι φιλιόταν, έπεσε από τα σύννεφα, πέος υποτυπώδες! Εκείνος απτόητος όμως, συνέχισε να της κάνει έρωτα, ίσως και να μην έχει σημασία σκέφθηκε η Μυρσίνη, από κάτω του τώρα και εκείνος να βαριανασαίνει και να κορυφώνεται η ηδονή του, για κορύφωση της Μυρσίνης ούτε λόγος!

Σηκώθηκαν από το πάτωμα, η Μυρσίνη ζαλισμένη, συνειδητοποιώντας τι είχε συμβεί, θεέ μου, τι είχε κάνει, με το γιατρό, τι πήγε κι έκανε! Μες την απελπισία της σκέφθηκε ότι και ν’ άξιζε τουλάχιστον το κόπο, να το είχε απολαύσει, να πάει στην ευχή και το κρίμα που φορτώθηκε! Της φαίνονταν σαν εφιάλτης που σε λίγο θα τέλειωνε, εκείνη το τσιγάρο ήθελε να κόψει και τελικά κατέληξε στην απιστία!

Κάθισαν για λίγο μαζί, παρέα με λίγο καφέ που είχε μείνει στη καφετιέρα και…τσιγάρο! Συζήτησαν για το γεγονός, της αποκάλυψε πως από τη πρώτη στιγμή αναγνώρισε σε κείνη μια πιθανή ερωμένη, είδε τη μοναξιά και το πόσο ευάλωτη ήταν! Δεύτερο σοκ! Γι’ αυτό της την έπεσε? Τη θεώρησε ευάλωτη, μόνη, δυστυχισμένη μέσα στο γάμο της και έκρινε ότι τον έπαιρνε να κάνει τη κίνησή του? Θύμωσε, έπεσε από τα σύννεφα, ένιωσε χρησιμοποιημένη, χαζή, αφελής, θύμα αυτού του ανθρώπου που έμοιαζε να ξέρει τόσο καλά τις γυναίκες. Τέλος εδώ του είπε, τέρμα και τα πειράματα με το τσιγάρο, αν το κόψει ποτέ το ρημάδι, θα το κόψει μόνη της, σηκώθηκε να φύγει, να εξαφανιστεί.

Όμως εκείνος δεν έμοιαζε να είναι και τόσο σύμφωνος, ατάραχος και γαλήνιος αλλά όχι όπως τον είχε γνωρίσει, ψυχρός και απόμακρος, της ζήτησε να καθίσει κάτω, άνοιξε την τηλεόραση του ιατρείου και… Τρίτο σοκ! Εκεί μπροστά της είδε τον εαυτό της ξανά να του δίνεται, να αναστενάζει στα φιλιά του, να είναι ανάσκελη στη μοκέτα και το κεφάλι του ανάμεσα στα πόδια της να εξερευνά το μυστικό της κόσμο… σε λίγο να τον παίρνει μέσα της, η μορφή της ολοκάθαρη και η πλάτη εκείνου μονάχα να φαίνεται! Δεν καταλάβαινε τι γινόταν, έχασε το κόσμο, σε μια ώρα μόνο τα πράγματα πήραν τέτοια τροπή που το μόνο που συνειδητοποίησε ήταν πόσο νοσταλγούσε την ευθεία την επίπεδη για ζωή που είχε μέχρι πριν από λίγη ώρα, πόσο τη νοσταλγούσε γιατί είχε βρεθεί απρόοπτα σε κατηφόρα άσχημη!

Οι όροι του:
Τα ραντεβού θα συνεχίζονταν κανονικά, μόνο για sex.
• Αν τολμούσε να τον καταγγείλει στον ιατρικό σύλλογο ή να τον ανακατέψει στη γυναίκα του, το βίντεο - χωρίς τις επιβαρυντικές γι’ αυτόν σκηνές - θα πήγαινε κατευθείαν στο σύζυγο και στο διευθυντή της εταιρίας που δούλευε, ας ξεχνούσε γάμο και καριέρα!
• Θα έπρεπε να κόψει το τσιγάρο και να φροντίσει να μάθουν όλοι πόσο την βοήθησε η θεραπεία να το κάνει και πόσο καλός γιατρός ήταν εκείνος!

Τι να κάνει? συμφώνησε…αλλά τόλμησε να ζητήσει και κάτι, εκείνος δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Του ζήτησε για λίγο στην αρχή κάθε συνάντησης να συνεχίσει να της κάνει τη θεραπεία για το κάπνισμα, για να μπορέσει να το κόψει! Μα τα σημεία που επέλεξε δεν θα τη βοηθούσαν ποτέ, της είπε. Έστω κι έτσι, του είπε ότι ήθελε να συνεχίσει, μια πλάνη, αυθυποβολή, ότι κάτι κάνει για να το κόψει.
Πώς να παραδεχτεί τη διέγερση που ένιωθε την ώρα που ακίνητη βρισκόταν στο κρεβάτι, το πόσο ήθελε το φιλί του μετά! Πώς να του πει ότι είχε συνειδητοποιήσει τελικά πόσο την πανικόβαλε και την ερέθιζε ταυτόχρονα αυτό το βασανιστήριο! Κι αν «έπεσε» δεν ήταν από τη μοναξιά και την άχαρη ζωή που είχε, ούτε από τη φωνή του που της άρεσε και το ενδιαφέρον του που ένιωσε, αλλά και γιατί είχε τόσο ερεθιστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας, που ήθελε σαν τρελή να κάνει sex!
Κι έτσι κι έγινε, κάθε ραντεβού, αχαλίνωτο sex με τη Μυρσίνη στο ρόλο «επαγγελματία»! Μέχρι να κλείσει ο προγραμματισμένος κύκλος των ραντεβού και μετά τέλος! Οριστικό! (Εντάξει καμιά φορά τη παίρνει στο κινητό και τη ρωτά αν έχει ξαναρχίσει το κάπνισμα και αν θα ήθελε να το «ξανακόψει»!)

Το τσιγάρο το έκοψε μόνη της, αλλά όχι μαχαίρι, λίγο λίγο, μετά από κάθε ραντεβού, να αποδώσει τα εύσχημα στις μεθόδους του γιατρού της.

Η συζυγική σεξουαλική ζωή τους απογειώθηκε αλλά στη πορεία ξεφούσκωσε και πάλι. Έφτιαχναν νέα «ερωτικά παιχνίδια» με το Γιάννη, παραξενεύτηκε εκείνος αρχικά. Απώθησε τη σκέψη, τού πώς η γυναίκα του απέκτησε τόσες νέες προτιμήσεις για κόλπα στο κρεβάτι και όλα αυτά που του ζήταγε να της κάνει στο κορμί και όλα αυτά που εκείνη ήθελε να κάνει στο δικό του! Βαθιά όμως μέσα του ήξερε καλά, πάντα ο Γιάννης καταλάβαινε γιατί ήξερε τη Μυρσίνη, δεν ήταν και τόσο καλή ηθοποιός τελικά…

Η ψυχική επικοινωνία της Μυρσίνης με το σύζυγο? Εξακολουθούσε εκείνη να ζει με τα κενά της…Απλά το κρεβάτι τους έγινε καλύτερο, απέχει πολύ αυτό από το να γίνει ένα και η ψυχή, άλλα ήθελε εκείνη κι ο Γιάννης όσο και να προσπαθούσε τίποτα δεν κατάφερνε, ήταν κι εκείνα τα φαντάσματα απ’ τα παλιά που δεν έλεγαν να φύγουν, πώς να ανταγωνιστείς τα φαντάσματα?…

Image Hosted by ImageShack.us

Κι αν είχε λιγάκι πρόβλημα με τα νεύρα της η Μυρσίνη, ο Γιάννης της είπε πως οφείλεται στο κόψιμο του τσιγάρου, εκείνη όμως κατέληξε σε ψυχαναλυτή, σε γυναίκα αυτή τη φορά, να ψάχνει πιο βαθιά για όλα που συνέβησαν!

Της είπε για τη προσπάθεια του βελονισμού –χωρίς να αναφέρει φυσικά τον εκβιασμό ή το γιατρό– για τα γέλια και τα κλάματα και την κατάληξη να γίνει η ερωμένη του γιατρού, με τη θέλησή της είπε, να του δίνεται κάθε φορά μόλις έβγαζε τις βελόνες από το κορμί της, κάθε φορά όση ώρα τις είχε καρφωμένες πάνω της να νιώθει την έξαψη και την ερωτική διάθεση στο αποκορύφωμα, να θέλει να κάνει έρωτα μαζί του..


______________________________


Για να μάθει ότι η σχέση της με τις βελόνες είναι μια σχέση που έχει τις ρίζες της στη παιδική της ηλικία και ίσως σε καταστάσεις φροϋδικές με τους αρσενικούς της οικογένειας, πατέρα και θείο που ζούσε μαζί τους. Για να μάθει ότι το πέος και η εισβολή του στο κορμί σε κάθε συνουσία προβάλλεται μέσα από την εισβολή της βελόνας στο δέρμα, ότι, όπως το πέος προκαλεί τη ρήξη του παρθενικού υμένα σαν ένα άλλο αιχμηρό αντικείμενο, έτσι και η βελόνα, προκαλεί τη ρήξη στο δέρμα σαν ένα άλλο πέος. Για να συνειδητοποιήσει πόσο αλληλένδετα είναι τα δύο, το ένα να παραπέμπει στο άλλο και εν κατακλείδι όλα σχετίζονται με τη σχέση της με τον άλλο φύλλο, τη σχέση λατρείας, μίσους, εξάρτησης, πόνου, ηδονής που ανέπτυξε από κοριτσάκι με τα αρσενικά.

Για να ‘ρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια, όταν σε άλλη ψυχοθεραπεύτρια πλέον, σε μια συνεδρία υποβλήθηκε σε ύπνωση και ανέσυρε από το βάθος της μνήμης της αυτά που είχε τόσο καλά απωθήσει: ότι ο μπαμπάς όταν ήταν μικρούλα τη κυνηγούσε πίσω από το καναπέ, την χάιδευε παντού και έπαιζε πάνω της το γιατρό με τις καρφίτσες, και ότι κάποιες φορές τον είδε να παίζει το «γιατρό» και να κάνει και άλλα πολλά στο κρεβάτι με το κορίτσι του διπλανού διαμερίσματος που πρέπει τότε να πήγαινε στην έκτη!

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

Της νύχτας και της λύπης...

νύχτα λυπημένη, μακρινή,
άνθρωποι πληγωμένοι, ξένοι
σκέψης πλοκάμια τυλίγουν τα πάντα
το σύννεφο μου κρύβει το αστέρι
μα τ’ αστέρι δεν είναι πια δικό μας
και το φεγγάρι δεν φέγγει πια το ίδιο
διάλεξε το μακριά η καρδιά σου
διάλεξε μονάχη να πάει εκεί
και δεν άφησε ούτε καν αυτά,
τ’ αρώματα του δειλινού για μένα.
και τώρα τι και ποιος και που και πότε?
όλα νεκρά, μαράθηκε η αυγή στο πρώτο φως
και τα πουλιά δεν τραγουδούν, σωπαίνουν,
δεν θέλουν συντροφιά για μένα όπως παλιά..
διάλεξε το αλλού η καρδιά σου…
γιατί; χωρίς εμένα…

Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006

Η γέννηση και ο θάνατος... κι ας είναι Αύγουστος!

Της θάλασσας του Αυγούστου... Κόσμε!
Μοιάζει δραματικό αλλά είναι υπέροχο.
Να ζήσεις με σάρκα και οστά όσες αλήθειες μπορείς , ότι αντέχεις.
Στη μεριά σου ένας κόσμος , στη μεριά μου ένας άλλος κόσμος.
Ανταμώσαμε και αυτό σημαίνει το δικό μας κόσμο.
Το κόσμο του πολέμου.
Γιατί θα πολεμήσουμε... τον εαυτό μας , τις αλήθειές μας , τα συναισθήματά μας.

Και ο πόλεμος θα είναι ... με αίμα! Με αίμα γιατί ότι έχει σχέση με την καρδιά έχει πολύ αίμα.

Μια ζωή ρε γαμώτο έχουμε. Τι να αναστρέψεις και με τι να συμβιβαστείς;
Απαντήσεις δεν έχω!
Και ποτέ δεν είχα!

Μα αρκεί το κλικ της στιγμής που όλα τα ανατρέπει... και το κλικ μπορεί να είναι οτιδήποτε ακόμη και ένα τραγούδι , ένα άγγιγμα.
Χωρίς το φόβο της ήττας. Γιατί το είπαμε η ήττα είναι δείγμα ανωτερότητας , η αξία του ηττημένου είναι άγνωστη στο πλήθος. Εμείς όμως αγαπήσαμε και αγαπάμε την ήττα.
Δε μιλάω ασφαλώς για ηττοπάθεια.

Μιλάω για τη γέννηση τη δική μας.
Με τι γεννηθήκαμε και με τι πεθαίνουμε;
Γεννηθήκαμε στο ξαφνικό ξύπνημα της σκέψης και της επικοινωνίας.
Έστω και αν ήμασταν αμίλητοι. Με ένα ταγάρι σκέψεων ο καθένας προσκάλεσε τον άλλον στο τραπέζι του. Να καταθέσει ότι έχει και δεν έχει…
Και το δείπνο έγινε ο κεραυνός που ξαφνικά ενώνει δύο ανθρώπους. Αγγίζει ανθρώπους ο φόβος του κεραυνού.
Και προχωράς!
Στην ομορφιά σου! Δεσμευμένη ομορφιά , μπλοκαρισμένη ομορφιά! Και ένας ήλιος να τρέφει αυτή την ομορφιά αλλά να μην την ελευθερώνει... Λες και την έχεις κλέψει...

Και η ομορφιά είναι η άλλη γέννηση! Η άλλη γέννηση που αγνοούμε.

Και μετά πεθαίνουμε...
Πεθαίνουμε όχι βιολογικά. Αλλά λόγο ατολμίας , λόγο ότι θα «μπουν στην πόλη οι οχτροί» . Και το κάστρο πέφτει πάντα από μέσα. Ποτέ από έξω.
Με σφεντόνες δεν πολεμούνται.

Κι όμως... είναι κάτι αλήθειες σκέτη βόμβα. Τους ξεσκίζεις!
Και η αλήθεια είναι το πάθος που κουβαλά ο καθένας μας.

Μην πέσεις στην παγίδα και νομίσεις ότι αυτή η «αλήθεια» είναι το ιδανικό. Πάνε οι εποχές που πιστεύαμε στα ιδανικά.
Καμιά σχέση με το ιδανικό δεν έχει ο υπογράφων.
Με το ανήσυχο ίσως να έχω μια πιο καλή σχέση.
Συνάντησα ανθρώπους που ακόμη παλεύουν τα όνειρά τους.
Η Άννα παλεύει με το χορό. Παρόλα τα 28 χρόνια της ( και με 3 χρόνια διακοπής λόγω εγχείρησης στο γόνατο) παλεύει να μπει στη Σχολή χορού στην Αθήνα. Και παλεύει με κοριτσάκια 22 – 24 ετών. Παράτησε το Δικηγορικό γραφείο κόντρα στην οικογένειά της και κάνει ότι αγαπά.
Ακόμη και αν κάτι δεν πάει καλά θα έχει την ικανοποίηση της προσπάθειας.


Και εμείς βουλιάζουμε σε μια ηλίθια ρουτίνα.
Και γαμάμε τη ζωή μας με περιορισμούς και άλλες κοινωνικές παπαριές.
Και αφήνουμε το χρόνο να περνάει από δίπλα μας και να μας βγάζει τη γλώσσα με τα σημάδια του χρόνου. Και εδώ δε μας παίρνει να πούμε κουφάλα νεκροθάφτη ...

Διλήμματα που αν τα ψάξεις πιο βαθιά θα τρελαθείς.
Θα τρελαθείς γιατί νομίζεις ότι δεν έχεις επιλογές.
Επιλογές πάντα θα υπάρχουν. Και όχι απλά επιλογές αλλά εναλλακτικές λύσεις.
ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΠΑΝΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ.
Το δράμα το καταλαβαίνω όταν δεν έχεις εναλλακτικές λύσεις.
Γαμημένη λογική που θέλει να προσφέρει λογικές – εναλλακτικές λύσεις! Είναι τόσο γαμημένη που μόνο χρόνο σου τρώει.

Σε πολλές πια κουβέντες βαριέμαι τις αναλύσεις και τις θεωρίες.
Αντέχεις μια αλήθεια με σάρκα και οστά;
Αυτό θέλω να τους ρωτάω κάθε φορά.
Κούνα τα χεράκια ή άντε πνίξου;
Λέω σε μένα.

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Η πλάνη έχει χρώμα;


Και να! στο τέλος κοντεύουν οι ώρες,
τέλειωσε ο χρόνος και χρόνος ξεκινά!
Νέα στιγμή, νέα αλήθεια, χρόνος ξανά..
φίλος κι εχθρός στο άκουσμα την μέρας,
αναρωτιέσαι τι να ‘ναι αλήθεια τελικά,
να στρέψεις σε άλλη ρότα το μυαλό…μπορείς?
αυτά που αυθόρμητα σχεδίασες
όλα που διάλεξες στ’ αστέρια να καρφώσεις
μες στις απέραντες νύχτες των γιατί
στα σούρουπα των ατέλειωτων πως,
όλα που ανέβηκαν στα χείλη σου απλά,
ανεπιτήδευτα και τολμηρά κι ωραία
αν όλα σου θ’ αντέξουν την αλήθεια,
στην άλλη αλήθεια που βαδίζεις γοργά,
τον ήχο θ’ αντέξουν και το φως το άλλο?
Ρωτάς.. μα ποιος να σου το πει – κανείς!

Image Hosted by ImageShack.us
Ή άραγε μια πλάνη ήταν,
απλά και μόνο πλάνη, σαν όλων των ανθρώπων,
που μοναχό σε συνεπήρε βιαστικά
κι αναίτια σε ταξίδεψε στο χρώμα το αλλιώτικο,
με το πειρατικό των άπιαστων θαυμάτων…


Image Hosted by ImageShack.us
(...στη Μαλβίνα)

Δευτέρα, Αυγούστου 07, 2006

Το σπέρμα του έρωτα της Μυρσίνης


Μόλις της τον σύστησαν πρώτη φορά, δεν της έκανε και καμιά σπουδαία εντύπωση. Ένας συνηθισμένος άντρας αν και μάλλον με παιδί έμοιαζε στα μάτια της, 6 χρόνια μικρότερος, εκείνη στα 30.
-«Ο Στέλιος, ο νέος συνάδελφος»,
-«χαίρω πολύ», έσφιξαν τα χέρια και τον ξέχασε.

Δουλειά σε εταιρία προώθησης χρηματοοικονομικών προϊόντων σε μια επαρχιακή μεγαλούπολη. Οι εργοδότες με παράλογες απαιτήσεις και το άγρυπνο μάτι του προϊσταμένου πάνω της-πριν τρία περίπου χρόνια της την έπεσε και τον απέρριψε, από τότε όλο ευγένειες αλλά ένιωθε ότι της τη φύλαγε. Οπότε δούλευε, δούλευε τυπικά και ασταμάτητα. Είχε και την αποδοχή του δ/ντη, της είχε πει ότι πάει πολύ καλά και κάποια στιγμή κάτι καλύτερο σχεδίαζε γι’ αυτήν γιατί έβλεπε τις δυνατότητές της .

Δουλειά «αντίδοτο» στα κενά του γάμου και της οικογενειακής ζωής, κλασική περίπτωση, μη ρωτήστε γιατί, λάθη πολλά, λάθος επιλογές, ποιος θα πει, το αποτέλεσμα ήταν πως η έγγαμη ζωή της ήταν πολύ μακριά από αυτό που ονειρευόταν και ούτε κι αυτή η μητρότητα δεν μπόρεσε να παραβγεί με τις ανησυχίες της ψυχής της.

Ο Στέλιος υπό την επίβλεψή της την άλλη μέρα, να τον εκπαιδεύσει στα αντικείμενά της μέσα σε 2- 3 μήνες ώστε εκείνη να ασχοληθεί με το νέο προϊόν που θα έριχνε η εταιρία στην αγορά στο τέλος της χρονιάς. Χάρηκε, επιτέλους μια νέα προοπτική, να ασχοληθεί και με κάτι νέο!

Μέρα με τη μέρα όλο και πιο κοντά, περνούσαν σχεδόν τη μισή μέρα παρέα, ήταν έξυπνος και μάθαινε γρήγορα, της άρεσε η ηρεμία και η σιγουριά του, σοβαρός και αστείος ώρες ώρες, της άρεσε και η ευαισθησία του που επιμελώς έκρυβε από τους πολλούς, λίγο άτολμος μονάχα της φαινόταν ότι ήταν, κάποιες φορές κλειστός και απόμακρος στις σκέψεις του σπανιότερα, αλλά κι αυτό είχε τη γοητεία του.

Άρχισαν να περνούν και τα διαλείμματα μαζί, για ένα γρήγορο καφέ στην απέναντι καφετέρια, λίγο παραπάνω μετά το τέλος της μέρας να κάθονται στο γραφείο για να κλείσουν τη μέρα τους παρέα, να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες της μέρας έλεγαν στους άλλους, αλλά η αλήθεια ήταν ότι οι εκκρεμότητες ήταν πολύ λίγες. Και όσο και να της ήταν αδιάφορος αρχικά, άρχισε σιγά σιγά να τον νιώθει λιγότερο «παιδί» και περισσότερο «άντρα».

Ώσπου ο Στέλιος έκανε τη πρώτη κίνηση, μετά από δυο περίπου μήνες, Ιούνιος ήταν, της ζήτησε να βγουν έξω οι δυο τους. Το περίμενε κάποια στιγμή, έβλεπε τις ώρες που μιλούσαν τη ματιά του που μερικές φορές πρόδιδε όσα είχε στο μυαλό του, τον έβλεπε κι αυτή πια «αλλιώς».

Ήθελε να πει ναι, αλλά από την άλλη φοβόταν ότι αν δεχόταν το ραντεβού θα περνούσε ένα κατώφλι που ίσως την οδηγούσε σε δύσκολα και οδυνηρά μονοπάτια. Όμως η Μυρσίνη άνθρωπος φύσει τολμηρός και δυναμικός, ήταν και εκείνες οι ματιές τους που της είχαν στοιχειώσει τα όνειρα τις νύχτες και ξύπναγε νομίζοντας ότι εκείνος ήταν που κοιμόταν δίπλα της και όχι ο άντρας της, δεν θα μπορούσε να κλείσει τη πόρτα στην πρόκληση.

Σχεδίασαν.

Η συνηθισμένη δικαιολογία, σύσκεψη σε συνεργαζόμενη εταιρία, κινητά κλειστά και να που οι δυο τους μπαίνουν στο αυτοκίνητό της και οδηγούν μακριά, έξω από τη πόλη αμέσως μόλις έφυγαν όλοι. Ουζάκι με θαλασσινά σε ένα βράχο, καθημερινή ήταν και μόνο λίγοι τουρίστες στα παραδίπλα τραπέζια, γλύκαναν οι ματιές τους, ήταν και το ούζο που χαλάρωσε τα κορμιά, μούδιασε την ένταση, απαγορευμένο, πρώτη της φορά έβγαινε κρυφά έτσι από τότε που παντρεύτηκε, ανάμικτα συναισθήματα, ήθελε να είναι μαζί του, απολάμβανε τη παρέα του, από την άλλη η οικογένεια, το σπίτι της, τύψεις…

Επιστροφή χωρίς κανείς να παρεκτραπεί, απόλυτα ο καθένας στο ρόλο του, μέχρι που μετά από μια στροφή της ζήτησε να σταματήσει για λίγο στην άκρη. Δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο, είχε πέσει πάνω της και τη φίλαγε…κατέληξαν σ’ ένα από τα ξενοδοχεία που βρήκαν στην λίγο πιο κάτω, σε όλο το δρόμο σκεφτόταν τι πήγαινε να κάνει, απιστία, βαριά κατάσταση, κι απ’ την άλλη έρχονταν η δικαιολογία: το κενό στο γάμο της που τόσα χρόνια πάλευε να καλύψει με τη δουλειά…και να που ήρθε ξανά ο έρωτας, το πάθος, η ένταση, άξιζε το κόπο να δοκιμάσει είπε…

Της άρεσε που ήταν παραδομένη σ’ εκείνον τον άντρα που ένιωθε πως τον είχε ερωτευτεί, αλλά δεν απόλαυσε την ερωτική πράξη μαζί του. Αναστολή? Η «ανατομία» του που ήταν λίγο περίεργη? Έφταιγαν οι τύψεις της απιστίας?

Γύρισε στο σπίτι αναστατωμένη, ευτυχώς η οικογένεια έλειπε σε βραδινή βολτίτσα στο πάρκο, έκανε βιαστικά ντους, να διώξει από πάνω της το άγγιγμά του, τα χάδια του, το σπέρμα του.. .σπέρμα έρωτα ήταν? ακεφτόταν η Μυρσίνη... σε ένα ατελειώτο παιχνίδι θλοβερών σκέψεων... ενοχών..
Image Hosted by ImageShack.us
Γύρισαν, έβαλε το παιδί για ύπνο και έπρεπε πλέον να ‘ρθει αντιμέτωπη με το θυμό του Γιάννη, δυσανασχετούσε αλήθεια το τελευταίο διάστημα αλλά τούτη τη φορά της είπε ότι αρκετά έδειξε κατανόηση, δεν θα το ανεχτεί άλλο, τέλος οι υπερωρίες και οι φιλόδοξες καριέρες, έχει και οικογένεια να μην το ξεχνά, έπρεπε να διαλέξει. Βέτο. Λύγισε μπροστά στις τύψεις της και τα δίκια του. Φαντάστηκε τον σύζυγό της στο πάρκο να ακολουθεί τη μικρή με το ποδηλατάκι της την ώρα που εκείνη πηδιόταν με το συνάδελφο σε ένα κρεβάτι των πολλών. Φρίκη, απόγνωση, λύπη, τύψεις, τι άλλο να μείνει?

Από κείνη τη μέρα γύρναγε νωρίς, είπε στο δ/ντη ότι υπήρχε πρόβλημα με τη νταντά και δεν θα μπορούσε πλέον να κάθεται παραπάνω ώρα στη δουλειά και στο Στέλιο την αλήθεια, ότι ο άντρας της την πιέζει ν’ αλλάξει συμπεριφορά και να μαζευτεί στο σπίτι.

Κι όμως δεν έδειξε να πτοείται κανείς από τους δύο. Πηδιόταν όπου και όποτε μπορούσαν, με τη Μυρσίνη πάντα να μην μπορεί να απολαύσει τα μέγιστα από τις συνευρέσεις τους, όμως παραδόξως δυνάμωνε μέρα με τη μέρα το δέσιμο που ένιωθε για το Στέλιο, της ψυχής το δέσιμο, αλλά και οι ενοχές της γι’ αυτό που έκανε.

Ο Στέλιος απολύθηκε από την εταιρία, κρίση, περικοπές προσωπικού, ήταν και ο νεότερος, όμως είχε μάθει τη δουλειά, ξεκίνησε μόνος του στην Αθήνα πλέον, εκείνη τον βοηθούσε από μακριά. Τηλέφωνα «υπηρεσιακά» και τηλέφωνα απελπισμένα, ερωτικά… Στο σπίτι ένταση, ο Γιάννης καταλάβαινε πως κάτι γινόταν και να της το λέει, να τη ρωτά τι συμβαίνει, η Μυρσίνη να μην απαντά, μονίμως μέσα στην ένταση, να απομονώνεται χωρίς λόγο, να βγαίνουν έξω και εκείνης το μυαλό να είναι στο Στέλιο, να μη συμμετέχει στις κουβέντες της παρέας, να παραμελεί το παιδί, το σύζυγο και το σπίτι! Δεν ήταν πια ο εαυτός της!

Και το χειρότερο ήταν ότι, με πρωτοβουλία της Μυρσίνης και τη σύμφωνη γνώμη του Στέλιου, προκειμένου να βρίσκονται, απέκτησαν οικογενειακές σχέσεις. Όποτε ο Στέλιος ερχόταν στη πόλη να δει την πατρική του οικογένεια έβγαιναν μαζί όλοι, έγιναν φίλοι ο Γιάννης και ο Στέλιος, αυτό δεν ήταν στο σχέδιο, ακόμα χειρότερο μπλέξιμο, και το να βρίσκονται γινόταν όλο και πιο δύσκολο, απόσταση και ο Γιάννης να παρακολουθεί άγρυπνος…

Επόμενος χειμώνας και στο μέσον περίπου η Μυρσίνη έγκυος, και οι δυο ήθελαν δεύτερο παιδί, ίσως ήταν η πιο κατάλληλη περίοδος. Ο Στέλιος έγινε έξαλλος μόλις το έμαθε, έξαλλος και πληγωμένος, δεν το περίμενε, ίσως πίστευε ότι η Μυρσίνη θα άφηνε το Γιάννη για εκείνον, αλλά ποτέ δεν της είχε ζητήσει κάτι τέτοιο, ποτέ δεν τέθηκε θέμα για να είναι μαζί ως ζευγάρι. Η Μυρσίνη από τη μεριά της δεν ένιωθε ότι θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή της, να πάρει διαζύγιο, να πληγώσει το παιδί της, να αφήσει τη δουλειά της και να πάει να ζήσει στη κόλαση της Αθήνας για το Στέλιο.

Έμοιαζε σα να ‘ταν το τέλος της ιστορίας τους, μόνο μια φορά η Μυρσίνη είδε το Στέλιο στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, νιώθοντας «βαριά» στον ένατο πια μήνα, ένιωσε άβολα, έφυγε γρήγορα από το τραπέζι για το δωμάτιό της, είπε πως ήθελε να ξαπλώσει.

Το δεύτερο παιδί της ήταν σχεδόν ενός χρόνου, ο Στέλιος δεν ερχόταν πια σχεδόν ποτέ στη πόλη, είχε πάνω από χρόνο να τον δει. Η καριέρα της άρχισε πάλι να διαγράφεται ελκυστική, ο Γιάννης την έβλεπε πως είχε χάσει το κέφι της για ζωή, την έσπρωξε να αρχίσει πάλι να κυνηγά τη δουλειά μήπως και συνέλθει.

Όταν ήρθαν τα σεμινάρια στα κεντρικά της εταιρίας στην Αθήνα, ήρθε και το τυχαίο τηλεφώνημα του Στέλιου, τη ρωτούσε πως είναι, τι κάνει και μέσα σ όλα του είπε για το 3ημερο ταξίδι…Κανόνισαν να βρεθούν για καφέ στο Πασάλιμάνι το πρώτο απόγευμα, είχαν τόσα νέα να πουν! Ζεστή ατμόσφαιρα μεταξύ τους, η δουλειά του πήγαινε σχετικά καλά, είχε δεσμό εδώ και λίγους μήνες, και τότε άρχισε απέξω απέξω να της ρίχνει το φταίξιμο που απομακρύνθηκαν με την επιλογή της να κάνει παιδί ενώ ήταν οι δυο τους μαζί, ούτε λίγα ούτε πολλά της έλεγε πως έπρεπε να το έχει κουβεντιάσει μαζί του!
Άλλαξε η Μυρσίνη!
Θύμωσε τόσο, να έχει τέτοιες απαιτήσεις εκείνος που ποτέ δεν μίλησε για προοπτική στη σχέση τους κι εξάλλου ας μη κρυβόμαστε, πια προοπτική θα είχε αυτή η σχέση? Δεν θα μπορούσαν να είναι ποτέ μαζί και να είναι ευτυχισμένοι! Του τα είπε όλα, με τη σειρά της του έριξε μέρος της ευθύνης για το ότι ποτέ δεν της μίλησε για όσα είχε κατά νου, ποτέ δεν διεκδίκησε σαν άντρας να την έχει δική του φανερά, χωρίς δεσμεύσεις, απλά φανερά μαζί, τώρα πια αργά για όλα…

Κι όμως όχι για όλα.
Της ζήτησε να ζήσουν για μια τελευταία φορά τα «όλα», όσα δεν έζησαν κι ούτε θα ζήσουνε ποτέ ξανά, ήθελε να κάνει τα «όλα» πράξη για εκείνη, να την αποχαιρετίσει με «όλα» για «όλα».
Για άλλη μια φορά εραστές λοιπόν, μακριά από οικογένειες και σπίτια, και όχι σε φθηνά ξενοδοχεία, σε χώρο χωρίς περιττές πολυτέλειες, απλά, ανθρώπινα, ήρεμα, σαν κύριος και κυρία «τάδε». Και τότε μόνο η Μυρσίνη απόλαυσε την αγκαλιά του Στέλιου, απόλαυσε ολοκληρωτικά τον έρωτα μαζί του, πήρε και έδωσε ηδονή και πόθο χωρίς αναστολές, κάτι που της «χρεώσταγε» αυτή η σχέση από εκείνο το βραδάκι στο φθηνό ξενοδοχείο της εθνικής.
Και τότε μόνο μπόρεσε να τον αφήσει πίσω της και να προχωρήσει στη ζωή της… χωρίς ποτέ να του φανερώσει την αλήθεια για την πατρότητα του δεύτερου παιδιού της.


____________________________


Και δεν έμαθε ποτέ ότι ο Γιάννης τα ήξερε όλα για το Στέλιο, τα είχε καταλάβει σχεδόν από τότε που ξεκίνησαν, έβλεπε το πάθος στα μάτια τους κάθε φορά που βρίσκονταν «οικογενειακώς». Όταν ήρθε το ταξίδι της την είχε ενθαρρύνει να πάει επίτηδες και είχε «τυχαία» τηλεφωνήσει στο Στέλιο δήθεν να δει τι κάνει και του πέταξε σε ανύποπτο χρόνο ότι η Μυρσίνη θα πήγαινε Αθήνα. Είχε αφήσει τα παιδιά στην αδελφή του και την ακολούθησε κρυφά, την ακολούθησε από την ώρα που βγήκε από το κτίριο των σεμιναρίων, τους είχε δει από μακριά να πίνουν καφέ στο Πειραιά, τους είδε να μπαίνουν σε κείνο το άλλο ξενοδοχείο, τους είχε δει να κυκλοφορούν στους δρόμους αγκαλιασμένοι.
Ήξερε ακόμα και για το δεύτερο παιδί πως δεν ήταν δικό του, δεν χρειαζόταν να κάνει τεστ πατρότητας, «ήξερε» για το μήνα που η Μυρσίνη έμεινε έγκυος!


Και δεν έμαθε ποτέ ότι ο Γιάννης ήξερε και για το Μιχάλη (τον άλλο εραστή της Μυρσίνης) στο Λονδίνο, η είδηση του άδικου χαμού σε τροχαίο του επιφανούς έλληνα στο εξωτερικό, με την φίλη του να σπαράζει στην είδηση του θανάτου του, έκανε το γύρο του κόσμου μέσω του διαδυκτίου.
Η Μυρσίνη με τα παιδιά της έχει γυρίσει πια από την Αγγλία, πέρασε ο ένας χρόνος στο Λονδίνο, η καριέρα της είναι σε καλό δρόμο, στέλεχος πλέον. Κουβαλά το Στέλιο μέσα της με αγάπη. Ξανάσμιξε με το Γιάννη και ζουν πάλι όλοι μαζί στο παλιό τους σπίτι….και συνεχίζει και μετά το Λονδίνο να φοράει τη βέρα της.

Και δεν θα μάθαινε ποτέ ότι ο Γιάννης τα καταλάβαινε όλα και για τον γιατρό στα πρώτα χρόνια του γάμου της…
__________________________

Γιατί έμεινε πλάι της? Γιατί δεν είπε ποτέ τίποτα? Γιατί την έσπρωξε στο Στέλιο για άλλη μια φορά? Ο καθένας μπορεί να βρει χίλιους δυο λόγους …μα μόνο ένας υπήρχε για το Γιάννη.

Ο Στέλιος έκλεισε το γραφείο στην Αθήνα και έστησε γραφείο παροχής υπηρεσιών στη πόλη τους, η ποιότητα ζωής της επαρχίας δεν συγκρίνεται με τίποτα είπε. Σε ένα χρόνο περίπου παντρεύτηκε, σύντομα περιμένουν το πρώτο τους παιδί, θα το βαφτίσει ο Γιάννης.

Και κει σε ένα διαμέρισμα στην απέναντι πολυκατοικία ήρθε ένα νέο ζευγάρι και αν η Μυρσίνη δεν είχε δει το Μιχάλη νεκρό, όταν της ζήτησαν να τον αναγνωρίσει στο νεκροτομείο σε ένα από τα νοσοκομεία του Λονδίνου, θα έπαιρνε όρκο πως είναι αυτός που στέκεται και την κοιτά από το μπαλκόνι χαμογελώντας…